Ασάμ

(Assam).Ομόσπονδο κράτος (78.523 τ. χλμ., 27.200.000 κάτ. το 2002) της Ινδίας, στο βορειοανατολικό τμήμα της χώρας. Βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα της Ινδίας και συνορεύει ΒΔ με το Μπουτάν, Β με την Κίνα, Α με τη Μυανμάρ, Δ και Ν με το Μπαγκλαντές, ΒΔ και ΒΑ με το Μπουτάν και το ινδικό κράτος Αρουανάτσαλ Πραντές, ΝΑ και ΝΔ με τα κράτη Μανιπούρ και Τριπούρα. Το Α. είναι κυρίως ορεινό στις ακραίες περιοχές του, όπου υψώνονται οι προϊμαλαϊκές οροσειρές, το υψίπεδο του Σιλόνγκ, τα όρη Λουσάι και Μπαράλι, και επίπεδο στο κέντρο, όπου ρέει ο Βραχμαπούτρα και είναι συγκεντρωμένο το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού και της οικονομικής δραστηριότητας. H βροχόπτωση είναι πολύ υψηλή και ξεπερνά τα 12.000 χιλιοστά στην Κεραπούντζι (μέγιστο ύψος βροχόπτωσης στον κόσμο). O πληθυσμός ασχολείται κυρίως με τη γεωργία (ρύζι, τσάι, γιούτα, βαμβάκι, ζαχαροκάλαμο), το εμπόριο και τη βιοτεχνία (επεξεργασία μεταξιού). Συνεχή ανάπτυξη σημειώνει η εξορυκτική βιομηχανία με ανθρακοφόρα και προπάντων πετρελαιοφόρα κοιτάσματα. Πρωτεύουσα του Α. είναι η Ντισπούρ, εμπορική πόλη, ξαναχτισμένη σχεδόν στο σύνολό της μετά τον καταστρεπτικό σεισμό του 1897. Σημαντικότερη όμως είναι η Γκαουχάτι, αρχαία πόλη, άλλοτε πρωτεύουσα των βασιλείων Καμαρούπα και Αχόμ, με μεγάλες πολιτιστικές παραδόσεις και πανεπιστήμιο. Είναι επίσης σημαντικό εμπορικό και βιομηχανικό κέντρο (διυλιστήρια πετρελαίου, υφαντουργεία, εργοστάσια τροφίμων). Κατά μήκος του Βραχμαπούτρα βρίσκονται όλες σχεδόν οι κυριότερες πόλεις του Α.: η Ντούμπρι, η Τεζπούρ, η Ντιμπρουγκάρ. Στην περιοχή του Ασάμ, η πεδιάδα του Βραχμαπούτρα είναι η πιο πυκνοκατοικημένη και από τις σημαντικότερες περιοχές της Ινδίας, μολονότι είναι ανθυγιεινή και υφίσταται τις πλημμύρες του ποταμού (φωτ. Pellegrini). Ο Γάλλος κωμωδιογράφος Μαρσέλ Ασάρ (φωτ. Igda).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ινδία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ινδίας Έκταση: 3.287.590 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.029.991.145 (2001) Πρωτεύουσα: Νέο Δελχί (12.791.458 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ασίας. Συνορεύει Α με το Μπαγκλαντές και τη Μυανμάρ (Βιρμανία), Β με την Κίνα και… …   Dictionary of Greek

  • Βραχμαπούτρα — Ποταμός (μήκος 2.900 χλμ., λεκάνη 935.000 τ. χλμ.) της νότιας Ασίας. Διαρρέει την Ινδία, την Κίνα (Θιβέτ), το Μπανγκλαντές και το Πακιστάν. Πηγάζει στο Θιβέτ, από την αλυσίδα των Ιμαλαΐων, κοντά στη λίμνη Μανασαροβάρ και εκεί ονομάζεται Τσανγκπό… …   Dictionary of Greek

  • σινοθιβετανικές γλώσσες — Οικογένεια γλωσσών (λέγονται επίσης ινδοκινεζικές ή θιβετοκινεζικές) που τις μιλούν αρκετά εκατομμύρια ανθρώπων στη νοτιοανατολική Ασία. Οι αμοιβαίες σχέσεις μεταξύ των γλωσσικών ομάδων που αποτελούν αυτή την οικογένεια δεν έχουν ασφαλώς… …   Dictionary of Greek

  • βροχή — Η συνηθέστερη από τις ατμοσφαιρικές κατακρημνίσεις (β., χιόνι, χαλάζι κλπ.)· αποτελείται από υδροσταγόνες που πέφτουν στο έδαφος από τα νέφη, τα οποία προέρχονται από τη συμπύκνωση των ατμοσφαιρικών υδρατμών. Διακρίνεται από την ομίχλη από τη… …   Dictionary of Greek

  • γύψος — Ορυκτό που κρυσταλλώνεται στην oλοεδρία του μονοκλινούς συστήματος. Χημικά καθορίζεται ως ένυδρο θειικό ασβέστιο (CaSo4 · 2Η2Ο). Σε καθαρή μορφή είναι άχρωμος, λευκός ή, σπανιότερα, με διάφορες αποχρώσεις. Η διαφάνειά του είναι μαργαριτώδης έως… …   Dictionary of Greek

  • ενδυμασία — Το σύνολο των αντικειμένων –οποιουδήποτε υλικού ή τρόπου κατασκευής– που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος για να ντύνεται και να στολίζεται. Για πολύ καιρό, ιδιαίτερα σε περιοχές τις οποίες ευνοούσε το θερμό κλίμα, οι άνθρωποι δεν ένιωθαν την ανάγκη να… …   Dictionary of Greek

  • πάντα — Όνομα 2 θηλαστικών της οικογένειας των προκυονιδών ή προκυνιδών: του μικρού π. (ailurus fulgens) και του γίγαντα π. (ailuropoda melanoneuca). Ο πρώτος, εξαιτίας του σχήματος του κεφαλιού και του κορμού, μοιάζει λίγο με μεγάλη γάτα· έχει ύψος… …   Dictionary of Greek

  • ρινόκερος — Κοινό όνομα με το οποίο χαρακτηρίζονται πέντε είδη μεγάλων οπληφόρων θηλαστικών, της οικογένειας των Ρινοκεροντιδών, της τάξης των περιττοδάκτυλων*. Τα ζώα αυτά ανήκουν σε τέσσερα γένη, δύο από τα οποία ζουν στην Αφρική, Ν της Σαχάρας, και δύο… …   Dictionary of Greek

  • σινοθιβετικός — ή, ό, Ν 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται συγχρόνως στην Κίνα και στο Θιβέτ ή στους Κινέζους και στους Θιβετιανούς 2. φρ. «σινοθιβετικές γλώσσες» γλωσσ. πολυάριθμη, η δεύτερη στη σειρά μεγαλύτερη μετά την ινδοευρωπαϊκή, γλωσσική οικογένεια τής… …   Dictionary of Greek

  • Ασία — I Mία από τις πέντε ηπείρους. Βρίσκεται ολόκληρη σχεδόν στο βόρειο ημισφαίριο, και από γεωμορφολογική άποψη αποτελεί με την Ευρώπη αδιαχώριστη ενότητα, στην οποία δίνεται η ονομασία Ευρασία. H Α. είναι η μεγαλύτερη από όλες τις ηπείρους. Καλύπτει …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.